- Export
- Short link
- Subscribe to the case
- Get notified by email when the case is updated
- Get notified by RSS when the case is updated
- Share this page onBlueskyLinkedinThreads
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά της Europol 3130/2006/ID κατά της Europol
Decision
Case 3130/2006/ID - Opened on Tuesday | 05 December 2006 - Decision on Monday | 04 August 2008
Στρασβούργο, 4 Αυγούστου 2008
Αγαπητέ Κύριε Κ,
Στις 5 Οκτωβρίου 2006, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Europol διότι δεν απάντησε στα ηλεκτρονικά μηνύματα που της στείλατε και δεν αιτιολόγησε τις αποφάσεις της με τις οποίες απορρίπτονται οι αιτήσεις που είχατε υποβάλει για ορισμένες θέσεις εργασίας.
Στις 5 Δεκεμβρίου 2006, άρχισα έρευνα για την καταγγελία σας. Στις 2 Μαρτίου 2007, έλαβα τη γνώμη της Europol σχετικά με την καταγγελία. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 4ης Ιουνίου 2007, διατυπώσατε τις παρατηρήσεις σας επί της γνώμης αυτής.
Στις 28 Ιανουαρίου 2008, διατύπωσα μια πρόταση φιλικής διευθέτησης για την καταγγελία σας. Η Europol απάντησε με επιστολή της στις 5 Μαρτίου 2008. Προβήκατε σε παρατηρήσεις επί της απάντησης αυτής με ηλεκτρονικό σας μήνυμα στις 9 Απριλίου 2008.
Δια της παρούσας, σας ενημερώνω σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών μου για την καταγγελία σας.
Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Το 2005 και 2006, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας στη Europol για τρεις διαφορετικές θέσεις, και συγκεκριμένα, ( i ) αναπληρωτού βοηθού διοικήσεως· ( ii ) δεύτερου αξιωματικού στη μονάδα εγκλημάτων κατά προσώπων, η οποία αποτελεί τμήμα της ομάδας για την παράνομη μετανάστευση· και ( iii ) δεύτερου αξιωματικού στη γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου της Europol . Οι αιτήσεις του δεν έγιναν δεκτές. Για δύο από αυτές, η Europol τον ενημέρωσε ότι, σε περίπτωση που δεν επικοινωνήσει μαζί του, αυτό θα σημαίνει τον αποκλεισμό του από τον πίνακα των ατόμων που θα συμμετάσχουν στα περαιτέρω στάδια της διαδικασίας επιλογής. Σε ό,τι αφορά την τρίτη αίτηση, έλαβε επιστολή που τον ενημέρωνε ότι δεν συμπεριελήφθη στο σχετικό πίνακα.
Σε ηλεκτρονικό του μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2006 προς τη Μονάδα Ανθρωπίνων Πόρων της Europol , ο καταγγέλλων ανέφερε:
Θα ήθελα να πληροφορηθώ τους λόγους για τους οποίους η αίτησή μου για τη θέση αριθ. 2330-289 απορρίφθηκε από τις υπηρεσίες σας. Είναι η τρίτη φορά που δεν μαθαίνω τους λόγους αυτής της απόρριψης (αυτό έγινε και με τις θέσεις αριθ. 2330-229 και 2330-237). (...) Θέλω τα στοιχεία και τα προσόντα των προσώπων που με αξιολόγησαν, τα στοιχεία και τα προσόντα του προσώπου που προσλαμβάνεται από εσάς για τις θέσεις 2330-229, 289 και 237. Είναι σαφές ότι τα προσόντα του/της πρέπει να είναι μεγαλύτερα από τα δικά μου.
Με ηλεκτρονικό του μήνυμα στις 3 Αυγούστου 2006, ο καταγγέλλων διόρθωσε τους ανωτέρω αριθμούς, που αναφέρονταν στις θέσεις για τις οποίες είχε κάνει αίτηση.
Ελλείψει απάντησης, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ισχυρίστηκε, κατ' ουσίαν, ότι η Europol δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2006 (όπως διορθώθηκε από το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 3ης Αυγούστου 2006) και δεν αιτιολόγησε τις αποφάσεις της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του για τις τρεις θέσεις. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ξεκίνησε έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Η ΕΡΕΥΝΑ
Στη γνώμη της επί της καταγγελίας, η Europol σημείωσε, συγκεκριμένα, τα εξής. Στη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξης, ο καταγγέλλων έλαβε απάντηση στο μήνυμά του της 17ης Ιουλίου 2006 (όπως διορθώθηκε από το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 3ης Αυγούστου 2006). Επιπλέον, η Μονάδα Ανθρωπίνων Πόρων της Europol προετοίμασε επιστολή προς τον καταγγέλλοντα, με την οποία τον πληροφορούσε για τους λόγους που την είχαν οδηγήσει στο να απορρίψει τις αιτήσεις του κατά το στάδιο της προεπιλογής.
Στην επιστολή αυτή, με ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου 2007, ο προϊστάμενος της Μονάδας Ανθρωπίνων Πόρων της Europol εξέφραζε, κατ' αρχάς, τη λύπη του που δεν είχε απαντήσει νωρίτερα και γραπτώς στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος. Για να διορθωθεί η συγκεκριμένη έλλειψη, ο προϊστάμενος της μονάδας ενημέρωνε τον καταγγέλλοντα ότι, με βάση τα στοιχεία που είχε παράσχει, οι επιτροπές επιλογής είχαν διαπιστώσει ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις ανακοινώσεις για την πλήρωση των κενών θέσεων ή ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των εν λόγω θέσεων δεν αντιστοιχούσαν στο επαγγελματικό του προφίλ. Όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος για στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα των μελών των επιτροπών και των επιλεγέντων υποψηφίων, ανέφερε ότι το νομικό πλαίσιο της Europol δεν επιτρέπει την παροχή τέτοιου είδους εμπιστευτικών προσωπικών δεδομένων.
Στις παρατηρήσεις του επί της γνώμης της Europol, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις αρχές της διαφάνειας, της πρόσβασης στα έγγραφα και της χρηστής διοίκησης. Δεν παρέλειψε να εκφράσει επίσης τη διαφωνία του με την απάντηση της 28ης Φεβρουαρίου 2007, την οποία είχε λάβει από τον προϊστάμενο της Μονάδας Ανθρωπίνων Πόρων της Europol. Ειδικότερα, επισήμαινε ότι η Europol δεν είχε εξηγήσει γιατί τον είχε θεωρήσει ακατάλληλο για τις συγκεκριμένες θέσεις. Επιπλέον, δεν δέχθηκε την αιτιολόγηση της Europol όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν του είχε παράσχει τα στοιχεία που της είχε ζητήσει για τα προσόντα των μελών των επιτροπών επιλογής και των προσώπων που είχαν τελικώς επιλεγεί και προσληφθεί.
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΦΙΛΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ
Αφού έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω, και βάσει μιας αιτιολογημένης ανάλυσης των σχετικών θεμάτων, ο Διαμεσολαβητής προέβη στις προκαταρκτικές διαπιστώσεις ότι η Europol δεν είχε αιτιολογήσει δεόντως στον καταγγέλλοντα τις αποφάσεις της για την απόρριψη των αιτήσεών του, και ότι η Europol δεν είχε απαντήσει δεόντως ούτε στο αίτημα του καταγγέλλοντος για την παροχή στοιχείων. Ως εκ τούτου, προέβη σε πρόταση φιλικής διευθέτησης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καθεστώτος άσκησης των καθηκόντων του(1). Πιο συγκεκριμένα, πρότεινε όπως η Europol επανεξετάσει την απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα της 28ης Φεβρουαρίου 2007 και (α) να του δώσει επαρκώς λεπτομερή και ειδική εξήγηση για τις αποφάσεις της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του για τις εν λόγω θέσεις· και (β) να του δώσει τα στοιχεία που είχε ζητήσει σχετικά με τα μέλη των επιτροπών επιλογής και τους επιλεγέντες υποψηφίους, εκτός αν επικαλεστεί έγκυρους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξει.
Στην απάντησή της στις 5 Μαρτίου 2008, η Europol έδωσε πρόσθετες εξηγήσεις για τις αποφάσεις της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του καταγγέλλοντος. Επιπλέον, έδωσε στοιχεία για τα προσόντα των μελών των επιτροπών επιλογής και εξήγησε γιατί δεν μπορούσε να παράσχει ανάλογα στοιχεία για τους υποψηφίους που είχαν επιτύχει. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με τις πρόσθετες εξηγήσεις και τα στοιχεία που παρέσχε η Europol. Συνεπώς, φαίνεται ότι δεν έχει επιτευχθεί μια φιλική διευθέτηση της διαφοράς.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Ισχυρισμός ότι η Europol δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε ο καταγγέλλων στις 17 Ιουλίου 2006 και δεν αιτιολόγησε τις αποφάσεις της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του για τρεις θέσεις1.1 Στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Europol απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του καταγγέλλοντος της 17ης Ιουλίου 2006 (διορθωθέν από το ηλεκτρονικό του μήνυμα της 3ης Αυγούστου 2006). Δεδομένου ότι η Europol προέβη στα δέοντα ανταποκρινόμενη στο τμήμα της καταγγελίας που αφορούσε τη μη απάντησή της, δεν δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
1.2 Στις παρατηρήσεις του της 4ης Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την ορθότητα και την επάρκεια της απάντησης της Europol της 28ης Φεβρουαρίου 2007. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται κατωτέρω.
1.3 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η αιτιολόγηση που απαιτείται από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να αντιστοιχεί στην επίμαχη πράξη και να αποκαλύπτει με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τον συλλογισμό που ακολούθησε το όργανο που έλαβε το συγκεκριμένο μέτρο. Τούτο θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να μπορούν να εξακριβώνουν τους λόγους λήψης του μέτρου και να διευκολύνεται η επανεξέτασή του. Οι απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η αιτιολόγηση εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, και ιδίως (i) από το περιεχόμενο του εν λόγω μέτρου· (ii) από τη φύση της αιτιολόγησης που δίδεται· και (iii) από το συμφέρον που μπορεί να έχουν οι αποδέκτες του μέτρου, ή άλλα μέρη τα οποία το μέτρο αφορά έμμεσα και ατομικά, να λάβουν εξηγήσεις(2).
Σε ό,τι αφορά το καθήκον αιτιολόγησης, το άρθρο 18 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Καλής Διοικητικής Συμπεριφοράς ορίζει:
1. Κάθε απόφαση του Οργάνου που μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα ή συμφέροντα ενός προσώπου, αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται, αναφέροντας σαφώς τα σχετικά γεγονότα και τη νομική βάση της απόφασης.
2. Ο υπάλληλος αποφεύγει τη λήψη αποφάσεων οι οποίες βασίζονται σε σύντομους ή αόριστους λόγους ή που δεν περιέχουν εξατομικευμένη αιτιολόγηση.
3. Εάν, λόγω του μεγάλου αριθμού προσώπων που αφορούν παρόμοιες αποφάσεις, δεν είναι δυνατή η λεπτομερής ανακοίνωση των λόγων της απόφασης και, συνεπώς, δίδονται τυποποιημένες απαντήσεις, ο υπάλληλος διασφαλίζει ότι μεταγενέστερα θα παράσχει, στον πολίτη που το ζητεί ρητώς, εξατομικευμένη αιτιολόγηση.
Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι μια απόφαση αποκλεισμού ενός υποψηφίου από διαδικασία πρόσληψης, με το αιτιολογικό ότι δεν πληροί έναν ή περισσότερους από τους όρους επιλεξιμότητας που ορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού (ή σε παρόμοιο έγγραφο) θα πρέπει να αναφέρει, με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο, το λόγο ή τους λόγους του αποκλεισμού, καθώς και τον όρο ή τους όρους που δεν πληρούσε ο υποψήφιος. Όταν η διαδικασία επιλογής περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό υποψηφίων, το όργανο μπορεί αρχικά να περιοριστεί στην αναφορά των λόγων της απόρριψης με συνοπτικό τρόπο και να ενημερώσει τους υποψηφίους μόνο για τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής. Ωστόσο, αργότερα το όργανο πρέπει να παράσχει ειδική και επαρκή εξήγηση σε κάθε υποψήφιο που ζητεί κάτι τέτοιο(3).
1.4 Στην παρούσα υπόθεση, στο ηλεκτρονικό του μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2006, ο καταγγέλλων ζητούσε κατ' ουσίαν να του δοθεί επαρκώς λεπτομερής και ειδική αιτιολόγηση για την απόφαση της Europol να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του για τις εν λόγω θέσεις. Στην απάντησή της στις 28 Φεβρουαρίου 2007, η Europol ανέφερε απλώς ότι οι επιτροπές επιλογής είχαν διαπιστώσει ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε τις απαιτήσεις που αναφέρονταν στις ανακοινώσεις για πλήρωση των θέσεων ή ότι τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των εν λόγω θέσεων δεν αντιστοιχούσαν στο επαγγελματικό του προφίλ. Η αναφορά αυτή είναι προφανές ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκώς λεπτομερής και ειδική εξήγηση για τις αποφάσεις της Europol να μην κάνει δεκτές τις αιτήσεις του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, στις παρατηρήσεις του στις 4 Ιουνίου 2007, ο καταγγέλλων δικαίως επισήμαινε ότι η Europol και πάλι δεν του αιτιολογούσε επαρκώς τις αποφάσεις αυτές. Αυτή η ανεπάρκεια φάνηκε ότι αποτελεί περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.5 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε σχετική πρόταση για φιλική διευθέτηση. Ειδικότερα , πρότεινε όπως η Europol επανεξετάσει την απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα της 28ης Φεβρουαρίου 2007 και του παράσχει επαρκώς λεπτομερή και ειδική εξήγηση των αποφάσεών της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του για τις εν λόγω θέσεις.
1.6 Στην απάντησή της, η Europol σημείωνε, συγκεκριμένα, ότι τα έντυπα αιτήσεων του καταγγέλλοντος δεν ανέφεραν τα καθήκοντα που εκτελούσε στη θέση που κατείχε τότε. Το βιογραφικό του σημείωμα έδινε μόνο τίτλους θέσεων σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς να διευκρινίζει τα καθήκοντα /ευθύνες που αντιστοιχούσαν σε αυτές τις θέσεις. Συνεπώς, οι επιτροπές επιλογής δεν ήταν σε θέση να καθορίσουν ποια άμεση πείρα είχε ο καταγγέλλων, σχετική με τις θέσεις για τις οποίες είχε θέσει υποψηφιότητα και με τα καθήκοντα που αντιστοιχούσαν στις θέσεις αυτές. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη συγκεκριμένη εξήγηση, αναφέροντας κατ' ουσίαν ότι τα στοιχεία που είχε παράσχει ήταν επαρκή(4).
1.7 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις προκηρύξεις του διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έπρεπε να συμπληρώσουν (στα Αγγλικά) το έντυπο υποψηφιότητας της Europol και να το υποβάλουν μαζί με το βιογραφικό τους. Το εν λόγω έντυπο υποψηφιότητας περιείχε ένα κεφάλαιο με τον τίτλο "Παρούσα ή πλέον πρόσφατη θέση." Σε αυτό το μέρος της αίτησης υπήρχε ένα τμήμα με τον τίτλο "Ακριβής περιγραφή της θέσης/βαθμός", ακολουθούμενο από άλλο ένα με την επικεφαλίδα "Φύση της εργασίας/περιγραφή καθηκόντων". Στο πρώτο ("Ακριβής περιγραφή της θέσης/βαθμός"), ο καταγγέλλων έγραψε "L. COMMANDER (H.C.G.)". Στο τελευταίο τμήμα ("Φύση της εργασίας/περιγραφή καθηκόντων"), ο καταγγέλλων έγραψε, και στις τρεις αιτήσεις, "βλ. λεπτομέρειες σε βιογραφικό που προσαρτάται στην αίτηση υποψηφιότητας". Ο καταγγέλλων δεν έγραψε τίποτε στα τμήματα των αιτήσεων υποψηφιότητας που αναφέρονται σε "προηγούμενη (-ες) θέση (-εις)".
Στο τμήμα του βιογραφικού του που αφορά την "Επαγγελματική πείρα" του, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στις διάφορες υπηρεσίες (περί τις δέκα) στις οποίες είχε απασχοληθεί (για παράδειγμα, "Τμήμα Λιμενικής Αστυνομίας/Κεντρική Λιμενική Αρχή Πειραιώς" και "Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης Επιχειρησιακών Πόρων και Ειδικών Δυνάμεων/Τμήμα Πόρων"). Επίσης, σε δύο περιπτώσεις αναφέρεται στη σχετική ικανότητά του, συγκεκριμένα, "εκπαιδευτής προσωπικού Ολυμπιακών Αγώνων" και "αναπληρωτής διευθυντής λιμένος στη λιμενική αστυνομία Νάξου". Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την καταγραφείσα επαγγελματική πείρα, δεν έδωσε κανένα ειδικό και επαρκώς σαφές στοιχείο για τη φύση της εργασίας και τα καθήκοντα που εκτέλεσε στις θέσεις αυτές. Παρομοίως, ο καταγγέλλων δεν έδωσε τέτοια στοιχεία ούτε στο τμήμα του βιογραφικού με τον τίτλο "Κύριες δραστηριότητες και αρμοδιότητες/απασχόληση ή θέση".
1.8 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής συμπεραίνει ότι, ανταποκρινόμενη στην πρότασή του για φιλική διευθέτηση, η Europol παρέσχε μια λογική και επαρκή εξήγηση για τις αποφάσεις της να μην αποδεχθεί τις αιτήσεις του καταγγέλλοντος, επανορθώνοντας έτσι την ανεπάρκεια που αναφέρθηκε στο ανωτέρω σημείο 1.4. Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα για το εν λόγω τμήμα της καταγγελίας. Ωστόσο, στο τέλος της παρούσας απόφασης, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε μια περαιτέρω παρατήρηση που αφορά το πρόσθετο επιχείρημα της Europol ότι, βάσει των στοιχείων που παρέσχε στις αιτήσεις και στο επισυναπτόμενο βιογραφικό του, ο καταγγέλλων φάνηκε να έχει "υπερβολικά προσόντα" για τις εν λόγω θέσεις.
1.9 Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης, που εμπεριέχονται στα άρθρα 22 και 12 παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Καλής Διοικητικής Συμπεριφοράς(5), απαιτούν όπως τα όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ, όπως η Europol, απαντούν επαρκώς σε αιτήσεις παροχής πληροφοριών που υποβάλλουν πολίτες, και τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζήτησαν, εκτός αν επικαλεστούν έγκυρους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξουν.
1.10 Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναφέρων ζήτησε να μάθει "τα στοιχεία και τα προσόντα των προσώπων που [τον] αξιολόγησαν", και "τα στοιχεία και ικανότητες του προσώπου [των προσώπων]" που επελέγησαν για την πλήρωση των εν λόγω θέσεων. Στην απάντησή της στις 28 Φεβρουαρίου 2007, η Europol ανέφερε ότι, ως προς το αίτημα του καταγγέλλοντος για στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα των μελών των επιτροπών επιλογής και των επιλεγέντων υποψηφίων, το νομικό της πλαίσιο δεν της επέτρεπε να του παράσχει τέτοια εμπιστευτικά προσωπικά δεδομένα. Ωστόσο, η Europol δεν παρέσχε επαρκείς εξηγήσεις προς επίρρωσιν αυτού του επιχειρήματος, συμπεριλαμβανομένης και της εφαρμοζόμενης νομικής διάταξης ή των εφαρμοζόμενων νομικών διατάξεων. Επιπλέον, η ως άνω δήλωσή της περιοριζόταν στην αποκάλυψη της ταυτότητας των μελών των επιτροπών και των επιτυχόντων υποψηφίων. Το τμήμα του αιτήματος του καταγγέλλοντος που αφορούσε τα "στοιχεία" αυτών των προσώπων μπορούσε λογικά να ερμηνευθεί ότι αφορά (αν όχι αποκλειστικά, τουλάχιστον εν μέρει) την ταυτότητά τους. Όμως, το αίτημα αναφερόταν επίσης ρητώς στα "προσόντα" ή τις "ικανότητες" των ίδιων προσώπων. Η Europol δεν απάντησε συγκεκριμένα σε αυτό το τμήμα του αιτήματος του καταγγέλλοντος για παροχή πληροφοριών. Συνεπώς, η Europol φάνηκε να μη συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο ανωτέρω σημείο 1.9. Τούτο φάνηκε ότι αποτελεί περίπτωση κακής διοίκησης.
1.11 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε σχετική πρόταση για φιλική διευθέτηση. Ειδικότερα , πρότεινε όπως η Europol επανεξετάσει την απάντησή της προς τον καταγγέλλοντα της 28ης Φεβρουαρίου 2007 και του παράσχει τα στοιχεία που είχε ζητήσει σχετικά με τα μέλη των επιτροπών επιλογής και τους επιλεγέντες υποψηφίους, εκτός αν επικαλεστεί έγκυρους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξει. Στο πλαίσιο της εφαρμογής της πρότασης αυτής, ζητήθηκε από τη Europol να λάβει δεόντως υπόψη, ιδίως, (i) την ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 341/2001/(BB)IJH· (ii) τα σημεία 4.3.3 και 5.2 του Εγγράφου Εργασίας του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας των Δεδομένων με θέμα "Η δημόσια πρόσβαση στα έγγραφα και η προστασία των δεδομένων" (σελίδες 40, 46, 47 και 53)· και (iii) το γεγονός ότι, βάσει της γενικής πρακτικής, τα κοινοτικά όργανα και οργανισμοί αποκαλύπτουν τα ονόματα των μελών των επιτροπών σε διαδικασίες πρόσληψης (επί παραδείγματι, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα τα ονόματα των μελών των επιτροπών στους διαγωνισμούς που διοργανώνει).
1.12 Στην απάντησή της, η Europol παρέσχε στοιχεία σχετικά με την ικανότητα και το εκπαιδευτικό και/ή επαγγελματικό ιστορικό των μελών των επιτροπών επιλογής. Δεν αποκάλυψε τα ονόματά τους, λόγω "του τύπου και της ευαίσθητης φύσεως των δραστηριοτήτων της Europol." Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των στοιχείων αυτών, αλλά σχολίασε ότι ανέμενε πως τα πρόσωπα που αξιολογούσαν τις αιτήσεις θα είχαν περισσότερα προσόντα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει σχετικώς ότι η σύνθεση μιας επιτροπής σε διαδικασία πρόσληψης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εγγυάται μια δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων(6). Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε συγκεκριμένα και δεόντως τεκμηριωμένα επιχειρήματα προς το σκοπό αυτό. Επιπλέον, τα στοιχεία που παρέσχε η Europol δεν υποδηλώνουν κάποια διαδικαστική ατέλεια στο θέμα αυτό.
1.13 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής συμπεραίνει ότι, ανταποκρινόμενη στην πρότασή του για φιλική διευθέτηση, η Europol φαίνεται ότι παρέσχε τα στοιχεία που ζητούσε ο καταγγέλλων για τα μέλη των επιτροπών επιλογής, διορθώνοντας έτσι τη σχετική ανεπάρκεια που αναφέρεται στο ανωτέρω σημείο 1.10. Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται καμία περαιτέρω έρευνα επί του συγκεκριμένου τμήματος της καταγγελίας.
1.14 Όσον αφορά τα ερωτήματα του καταγγέλλοντος για τους επιλεγέντες υποψηφίους, η Europol απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να αποκαλύψει ονόματα ή άλλα στοιχεία που περιέχονται στους προσωπικούς φακέλους των επιτυχόντων υποψηφίων, διότι αυτοί δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο πλαίσιο των ανακοινώσεων για την πλήρωση των θέσεων. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Europol δεν είχε αποκαλύψει τα προσόντα των επιτυχόντων και φάνηκε να εκφράζει δυσαρέσκεια για το γεγονός αυτό.
1.15 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, εις επίρρωσιν της άρνησής της να αποκαλύψει τα προσόντα των επιλεγέντων υποψηφίων, η Europol επικαλέστηκε το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τέτοιο ενδεχόμενο στις ανακοινώσεις για την πλήρωση των θέσεων. Ωστόσο, από μόνο του, αυτό το γεγονός δεν αποτελεί έγκυρη και επαρκή εξήγηση για τη μη αποκάλυψη, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι οι πληροφορίες για τα προσόντα των επιλεγέντων υποψηφίων είναι διακριτές από τις πληροφορίες για την ταυτότητά τους. Στο θέμα αυτό, πρέπει να υπενθυμίζουμε ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων σε διαδικασίες πρόσληψης σημαίνει μεταξύ άλλων την ύπαρξη υποχρέωσης επαρκούς διαφάνειας, με στόχο να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος συμμόρφωσης με την απαίτηση για ίση και δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων. Η υποχρέωση αυτή ενεργοποιείται, ιδίως σε σχέση με τις αποφάσεις επιλογής του υποψηφίου ή των υποψηφίων που θα προσληφθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση αιτιολόγησης αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στο να δώσει στους αιτούντες επαρκή εχέγγυα ότι η διαδικασία απόφασης ήταν δίκαιη(7). Εννοείται ότι, σε διαδικασίες πρόσληψης όπως οι προκείμενες, που βασίζονται στους φακέλους των αιτούντων, τα προσόντα του ή των επιτυχόντων υποψηφίων αποτελούν βασικό στοιχείο της αιτιολόγησης της απόφασης επιλογής. Συνεπώς, απουσία ειδικών περιστάσεων που δικαιολογούν την εμπιστευτικότητα, μια απόρριψη όπως αυτή στην παρούσα υπόθεση ισοδυναμεί με κακή διοίκηση.
1.16 Ως εκ τούτου, τόσο στη γνώμη της επί της καταγγελίας όσο και στην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική διευθέτηση, η Europol δεν μπόρεσε να δώσει έγκυρους και επαρκείς λόγους για την άρνησή της να δώσει τα αιτούμενα στοιχεία που αφορούσαν τα προσόντα των επιλεγέντων υποψηφίων. Εξάλλου, δεν παρέσχε επαρκή εξήγηση για την απόρριψη των αιτήσεων υποψηφιότητας του καταγγέλλοντος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί δικαιολογημένη την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης και θα κλείσει αυτήν την πτυχή της υπόθεσης με μια κριτική παρατήρηση.
2 ΣυμπέρασμαΒάσει των ανωτέρω στοιχείων, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (α) συμπεραίνει ότι, στη διάρκεια της παρούσας έρευνας, η Europol φαίνεται ότι διόρθωσε την έλλειψή της να παράσχει στον καταγγέλλοντα επαρκείς εξηγήσεις για τις αποφάσεις της να απορρίψει τις αιτήσεις του και τα στοιχεία που ζητούσε για τα προσόντα των μελών των επιτροπών επιλογής· (β) διατυπώνει την εξής κριτική παρατήρηση:
Ζητήθηκε από τη Europol να απαντήσει επαρκώς στο αίτημα του καταγγέλλοντος για πληροφορίες σχετικά με τα προσόντα των επιλεγέντων υποψηφίων και να παράσχει σε αυτόν τις σχετικές πληροφορίες, εκτός εάν επικαλείτο έγκυρους και επαρκείς λόγους για να μην το πράξει. Η Europol δεν συμμορφώθηκε με την απαίτηση αυτή. Αυτή ήταν περίπτωση κακής διοίκησης.
Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής κλείνει την υπόθεση. Ο Διευθυντής της Europol θα ενημερωθεί επίσης για την παρούσα απόφαση.
Περαιτέρω παρατήρησηΣτην απάντησή της στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική διευθέτηση στην εν λόγω υπόθεση, η Europol ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι αιτήσεις του καταγγέλλοντος απορρίφθηκαν και διότι ο υποψήφιος φαινόταν να έχει "υπερβολικά προσόντα" για τις σχετικές θέσεις. Προσέθετε ότι οφείλει να διασφαλίσει ότι τα μέλη του προσωπικού της έχουν τα δέοντα κίνητρα για την άσκηση των καθηκόντων τους και ότι δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ύπαρξη τέτοιων κινήτρων στην περίπτωση του καταγγέλλοντος. Στο θέμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι (α) οι σχετικές προκηρύξεις διαγωνισμών δεν περιείχαν καμία διάταξη που να αντιστοιχεί στο ανωτέρω κριτήριο το οποίο εφάρμοσε η Europol · (β) σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, ο βασικός ρόλος μιας προκήρυξης διαγωνισμού προσλήψεων είναι να δώσει σε αυτούς που ενδιαφέρονται να θέσουν υποψηφιότητα για ένα διαγωνισμό τις ακριβέστερες δυνατές πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις για τη θέση, προκειμένου αυτοί να μπορούν να κρίνουν εάν θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση· τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι ένας υποψήφιος δεν μπορεί να αποκλεισθεί από ένα διαγωνισμό με βάση προϋπόθεση/απαίτηση επιπρόσθετη αυτών που καθορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού(8) · και (γ) σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, "[η] πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας." Επιπλέον, σημειώνει ότι ένας υποψήφιος που φαίνεται να διαθέτει προσόντα σαφώς ανώτερα από αυτά που απαιτεί η προκήρυξη του διαγωνισμού, δεν θα πρέπει εν γένει να θεωρείται ότι δεν έχει "επαρκή κίνητρα" για να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσης για την οποία έκανε αίτηση. Για τους ανωτέρω λόγους, ο Διαμεσολαβητής θα ήθελε να καλέσει τη Europol να επανεξετάσει την προσέγγιση που αντικατοπτρίζεται στις προαναφερθείσες δηλώσεις και να τον ενημερώσει σχετικά με το αποτέλεσμα της επανεξέτασης αυτής.
Με τιμή,
Καθηγητής Νικηφόρος Διαμαντούρος
(1) Απόφαση 94/262 της 9ης Μαρτίου 1994 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του ευρωπαίου διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, ΕΕ 1994 L 113, σελ. 15. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, της απόφασης, "[σ]το μέτρο του δυνατού, ο διαμεσολαβητής αναζητεί, από κοινού με το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμό, λύση ικανή να εξαλείψει τις περιπτώσεις κακής διοικήσεως και να ικανοποιήσει τον καταγγέλλοντα."
(2) Βλ. π.χ. Υπόθεση C -266/05 P Sison κατά Συμβουλίου [2007] ECR I -1233, παράγραφος 80.
(3) Βλ. Υπόθεση T -55/91 Fascilla κατά Κοινοβουλίου [1992] ECR II -1757, παράγραφοι 32, 33, 35· υπόθεση 225/87 Belardinelli κατά Δικαστηρίου [1989] ECR 2353, παράγραφος 7. Βλ. επίσης τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή επί των καταγγελιών 2539/2005/ ID (σημείο 3.3) και 2560/2005/ID (σημείο 1.2).
(4) Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ζήτησε και έλαβε από τη Europol πλήρες αντίγραφο των αιτήσεων του καταγγέλλοντος για τις τρεις συγκεκριμένες θέσεις.
(5) Το άρθρο 22 του Κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων: 1. Ο υπάλληλος (...) παρέχει στα μέλη του κοινού τις πληροφορίες που ζητούν. (...) Ο υπάλληλος μεριμνά ώστε οι παρεχόμενες πληροφορίες να είναι σαφείς και κατανοητές. (...) 3. Εάν, για λόγους εμπιστευτικότητας, ένας υπάλληλος δεν μπορεί να αποκαλύψει τις ζητούμενες πληροφορίες, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος Κώδικα, αναφέρει στο οικείο πρόσωπο τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να κοινοποιήσει τις πληροφορίες.
Το άρθρο 12(1) του Κώδικα ορίζει: Ο υπάλληλος είναι εξυπηρετικός, ευπρεπής, ευγενικός και προσιτός στις σχέσεις με το κοινό. Κατά την απάντηση σε αλληλογραφία, (...) ο υπάλληλος προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν πιο εξυπηρετικός και να απαντά με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα και ακρίβεια στις ερωτήσεις που τίθενται.
(6) Βλ. π.χ. Υπόθεση T -160/99 Svantesson και άλλοι κατά Συμβουλίου [2001] ECR - SC I - A -175 και II -799, παράγραφος 32.
(7) Βλ., ειδικότερα, Υπόθεση T -110/96 Bareth κατά Επιτροπής των Περιφερειών [1997] ECR - SC I - A -435 και II -1163, παράγραφος 46.
(8) Βλ. ιδίως την Υπόθεση T -158/89 Van Hecken κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1991] ECR II -1341, παράγραφοι 25 και εξής.
- Export
- Short link
- Subscribe to the case
- Get notified by email when the case is updated
- Get notified by RSS when the case is updated
- Share this page onBlueskyLinkedinThreads