- Export
- Short link
- Subscribe to the case
- Get notified by email when the case is updated
- Get notified by RSS when the case is updated
- Share this page onBlueskyLinkedinThreads
Machine translations can contain errors potentially reducing clarity and accuracy; the Ombudsman accepts no liability for any discrepancies. For the most reliable information and legal certainty, please refer to the source version in English linked above.
For more information please consult our language and translation policy.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 2188/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Decision
Case 2188/2003/OV - Opened on Monday | 15 December 2003 - Decision on Thursday | 17 February 2005
Περίληψη της απόφασης επί της καταγγελίας 2188/2003/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ένας Έλληνας υπήκοος ο οποίος είχε εργαστεί ως επικουρικός υπάλληλος στην Επιτροπή από τον Ιούλιο του 1965 έως τον Δεκέμβριο του 1968 και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα, πληροφορήθηκε το 2002 από την Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων του Βελγίου ότι η Επιτροπή δεν είχε καταβάλει συνταξιοδοτικές εισφορές για τα έτη 1967 και 1968. Για το λόγο αυτό, αντιμετώπισε προβλήματα με τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα στον Ελληνικό Οργανισμό Ασφαλίσεων («ΙΚΑ»). Ο καταγγέλλων επικοινώνησε με την Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό, αλλά η Επιτροπή τον πληροφόρησε ότι, για τα έτη 1967 και 1968, ήταν εγγεγραμμένος σε προαιρετική ασφάλιση στο ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Τον Νοέμβριο του 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή όφειλε, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του ως επικουρικός υπάλληλος, να αναγνωρίσει ότι ήταν υποχρεωμένη να τον ασφαλίσει στο πλαίσιο του βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή παρατήρησε ότι δεν καταβλήθηκαν εισφορές στο βελγικό γραφείο κοινωνικής ασφάλισης («ONSS») μετά τον Σεπτέμβριο του 1966 και ότι ο καταγγέλλων έκτοτε ήταν ασφαλισμένος σε ελληνικό σύστημα προαιρετικής ασφάλισης. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, δεδομένου ότι δεν διέθετε πλέον τα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής του διαθέσιμου χρόνου, δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι έπαψε να αφαιρεί προσωπική εισφορά από τον μισθό της καταγγέλλουσας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν να τηρούνται αξιόπιστα τα αρχεία σχετικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για μεγάλες χρονικές περιόδους, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα άτομα μπορούν να απολαύουν των παροχών που έχουν αποκομίσει. Θεωρώντας ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν το έπραξε, πράγμα που συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε μια φιλική λύση, η οποία συνίστατο στη λήψη των αναγκαίων μέτρων από την Επιτροπή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο καταγγέλλων θα λάβει τα κατάλληλα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για όλη την περίοδο που εργάστηκε για την Επιτροπή.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε τη φιλική λύση και ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε επικοινωνήσει με τις βελγικές αρχές τον Νοέμβριο του 2004 προκειμένου να τακτοποιήσει τις εισφορές για ολόκληρη την περίοδο της επικουρικής σύμβασης του καταγγέλλοντος. Στις προφορικές παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και εξέφρασε την εκτίμησή του για την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή. Ανέφερε επίσης ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής επικοινώνησαν τηλεφωνικά μαζί του για τη συγκεκριμένη παρακολούθηση και τακτοποίηση του θέματος. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή διευθέτησε την καταγγελία κατά τρόπο ικανοποιητικό, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση.
Τον Απρίλιο του 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να ικανοποιήσει τον καταγγέλλοντα.
Στρασβούργο, 17 Φεβρουαρίου 2005
Αξιότιμε κύριε Τ.,
Στις 14 Νοεμβρίου 2003, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τα συνταξιοδοτικά σας δικαιώματα για την περίοδο που εργαστήκατε ως επικουρικός υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το 1965 έως το 1968. Η καταγγελία αυτή αποτέλεσε συνέχεια προηγούμενης καταγγελίας (αριθ. αναφ. 0878/2003/FA) που υποβάλατε στον Διαμεσολαβητή.
Στις 15 Δεκεμβρίου 2003, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνώμη της στις 19 Φεβρουαρίου 2004. Σας το διαβίβασα στις 12 Μαρτίου 2004 με πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων. Στις 29 Απριλίου 2004, αποστείλατε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο με πληροφορήσατε ότι δεν είχατε ακόμη λάβει τη γνώμη της Επιτροπής. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Μαΐου 2004, το γραφείο μου σας απέστειλε εκ νέου αντίγραφο της γνώμης της Επιτροπής. Δεδομένου ότι δεν μπορέσατε να ανοίξετε το συνημμένο, αποστείλατε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 12 Μαΐου 2004 ζητώντας την εκ νέου αποστολή της γνώμης στην ταχυδρομική σας διεύθυνση. Η γνώμη σας διαβιβάστηκε εκ νέου ταχυδρομικώς και με τηλεομοιοτυπία στις 14 Μαΐου 2004. Αποστείλατε τις παρατηρήσεις σας στις 25 Μαΐου 2004. Την 1η Αυγούστου 2004, αποστείλατε συμπληρωματική επιστολή σχετικά με την υπόθεσή σας. Το γραφείο μου σας ενημέρωσε τηλεφωνικά στις 3 Σεπτεμβρίου 2004 σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσής σας.
Με επιστολή της 29ης Οκτωβρίου 2004, απευθύνθηκα στην Επιτροπή προτείνοντας μια φιλική λύση στην καταγγελία σας και σας ενημέρωσα σχετικά με την πρόταση με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας. Με επιστολή της 7ης Δεκεμβρίου 2004, με ευχαριστήσατε για την πρόταση φιλικής λύσης. Η Επιτροπή διαβίβασε τη συμπληρωματική γνώμη της στις 30 Νοεμβρίου 2004. Στις 17 Δεκεμβρίου 2004, σας το διαβίβασα με την πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας σε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο μου στις 28 Ιανουαρίου 2005.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
ΕΠΊ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΊΑΣ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι τα εξής:
Ο καταγγέλλων είναι Έλληνας υπήκοος ο οποίος εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αντιμετώπισε προβλήματα με τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα.
Με επιστολή της 27ης Μαΐου 2002, η βελγική εθνική υπηρεσία συντάξεων («Office National des Pensions», εφεξής «ONP») ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η Επιτροπή είχε καταβάλει συνταξιοδοτικές εισφορές μόνο για τα έτη 1965 και 1966, αλλά όχι για τα έτη 1967 και 1968. Επομένως, τα έτη αυτά δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξής του. Ο ONP συνέστησε στον καταγγέλλοντα να επικοινωνήσει απευθείας με την Επιτροπή σχετικά με το θέμα. Λόγω της έλλειψης εισφορών από την Επιτροπή, ο Ελληνικός Οργανισμός Ασφαλίσεων («ΙΚΑ») δεν αναγνωρίζει, για τον υπολογισμό της σύνταξής του, όλα τα έτη εργασίας του καταγγέλλοντος στην Επιτροπή.
Στις 8 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή χορήγησε στον καταγγέλλοντα βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1966, ήταν εγγεγραμμένος στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα και από την 1η Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968 υπαγόταν σε προαιρετική ασφάλιση στο ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Στις 5 Μαΐου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα (καταγγελία 0878/2003/FA). Δεδομένου ότι μόλις πρόσφατα είχε απευθυνθεί στην Επιτροπή σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής, με επιστολή της 4ης Ιουλίου 2003, έκρινε την καταγγελία απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι κατάλληλες προηγούμενες διοικητικές προσεγγίσεις και συνέστησε στον καταγγέλλοντα να περιμένει την απάντηση της Επιτροπής. Σε συνέχεια της έκδοσης του ανωτέρω πιστοποιητικού, ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στις 28 Μαΐου 2003 στη ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής, επισημαίνοντας ότι οι επικουρικοί υπάλληλοι είχαν δικαίωμα υποχρεωτικής ασφάλισης από την Επιτροπή στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Προκειμένου να αναγνωριστούν τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα για τα έτη 1967 και 1968 από το ΙΚΑ στην Ελλάδα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει το θέμα. Ωστόσο, δεν έλαβε απάντηση στην εν λόγω επιστολή της Επιτροπής.
Ως εκ τούτου, στις 14 Νοεμβρίου 2003, ο καταγγέλλων υπέβαλε νέα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Στην καταγγελία του υπέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό:
Η Επιτροπή πρέπει, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ο καταγγέλλων εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος (δηλαδή συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968), να αναγνωρίσει ότι ήταν υποχρεωμένη να τον ασφαλίσει στο πλαίσιο του βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η ΈΡΕΥΝΑ
Η γνώμη της ΕπιτροπήςΗ Επιτροπή δήλωσε ότι, μετά από ενδελεχή εξέταση του φακέλου του καταγγέλλοντος, είχε να διατυπώσει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Πράγματι, ο καταγγέλλων εργάστηκε για λογαριασμό της Επιτροπής ως επικουρικός υπάλληλος χωρίς διακοπή από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Οι εισφορές καταβλήθηκαν στο βελγικό καθεστώς («ONSS», Office National de Sécurité Sociale) για την περίοδο από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1966. Καμία εισφορά στο βελγικό καθεστώς δεν καταβλήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή.
Στις 23 Νοεμβρίου 1966, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση μεταφοράς μέρους της αμοιβής του (7000 BEF), αιτιολογώντας το αίτημά του με βάση «διάφορα έξοδα που προκύπτουν από την ιδιότητά του ως δικηγόρου στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών». Η αιτιολόγηση του καταγγέλλοντος προφανώς αναφέρθηκε στη νομοθεσία που ισχύει στην Ελλάδα, η οποία απαιτεί από τους δικηγόρους να συνεχίσουν να συνεισφέρουν στο εθνικό τους σύστημα προκειμένου να διατηρήσουν την υπαγωγή τους σε αυτό.
Επομένως, φαίνεται ότι οι κανόνες αυτοί δικαιολογούσαν την εφαρμογή στον καταγγέλλοντα του άρθρου 70 παράγραφος 1 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ειδικότερα της τελευταίας φράσης του δεύτερου εδαφίου, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στους επικουρικούς υπαλλήλους να συνεχίσουν, σε εθελοντική βάση, να υπάγονται στο εθνικό καθεστώς στο οποίο υπάγονταν πριν από την ανάληψη καθηκόντων στην Επιτροπή.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό εξηγεί το χειρόγραφο σημείωμα «assurance volontaire Grèce» σχετικά με τον οικονομικό φάκελο του καταγγέλλοντος, καθώς και τη δήλωση ONSS για το 4ο εξάμηνο του 1966, «assurance à l’étranger à partir du 1er octobre 1966».
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει πλέον τα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής του διαθέσιμου χρόνου, είναι αδύνατο να αποδείξει ότι σταμάτησε να αφαιρεί προσωπική εισφορά από τον μισθό του καταγγέλλοντος. Η Επιτροπή δεν διαθέτει ούτε απόδειξη της επιστροφής από την Επιτροπή των δύο τρίτων της ελληνικής κάλυψης του καταγγέλλοντος.
Ωστόσο, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι του καταγγέλλοντος.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ καταγγέλλων παρατήρησε ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Η Επιτροπή παραδέχεται επίσης ότι δεν κατέβαλε εισφορές στο ONSS για την περίοδο από 30 Σεπτεμβρίου 1966 έως 31 Δεκεμβρίου 1968.
Ωστόσο, η Επιτροπή όφειλε να καταβάλει εισφορές για την περίοδο αυτή.
ΟΙ ΠΡΟΣΠΆΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΉ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΊΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΚΉΣ ΛΎΣΗΣ
Μετά από προσεκτική εξέταση της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι θα μπορούσε να υπάρξει περίπτωση κακοδιοίκησης από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Οργανισμού(1), απηύθυνε επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής στις 29 Οκτωβρίου 2004 για να προτείνει μια φιλική λύση βάσει της ακόλουθης ανάλυσης του επίμαχου ζητήματος μεταξύ του καταγγέλλοντος και της Επιτροπής:
1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος (δηλαδή συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968), να αναγνωρίσει ότι ήταν υποχρεωμένη να τον ασφαλίσει στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
1.2 Η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εισφορές καταβλήθηκαν στη βελγική εθνική υπηρεσία κοινωνικής ασφαλίσεως (στο εξής: ONSS) για την περίοδο από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1966, αλλά ότι καμία εισφορά στο βελγικό σύστημα δεν καταβλήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, στις 23 Νοεμβρίου 1966, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση μεταφοράς μέρους της αμοιβής του (7000 BEF), αιτιολογώντας το αίτημά του με βάση «διάφορα έξοδα που προκύπτουν από την ιδιότητά του ως δικηγόρου στον δικηγορικό σύλλογο Αθηνών». Αυτό εξηγεί το χειρόγραφο σημείωμα «assurance volontaire Grèce» σχετικά με τον οικονομικό φάκελο του καταγγέλλοντος, καθώς και τη δήλωση προς το ONSS, 4ο εξάμηνο 1966, «assurance à l’étranger à partir du 1er octobre 1966». Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, δεδομένου ότι δεν διαθέτει πλέον τα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής του διαθέσιμου χρόνου, δεν είναι δυνατόν να αποδείξει ότι σταμάτησε να αφαιρεί προσωπική εισφορά από τον μισθό της καταγγέλλουσας. Η Επιτροπή δεν διαθέτει ούτε απόδειξη της επιστροφής, εκ μέρους των υπηρεσιών της, των δύο τρίτων της ελληνικής κάλυψης του καταγγέλλοντος.
1.3 Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 70.1 δεύτερο εδάφιο του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, «το όργανο είναι υπεύθυνο για τις εργοδοτικές εισφορές που απαιτούνται από την ισχύουσα νομοθεσία, όταν ο υπάλληλος υπάγεται υποχρεωτικά σε τέτοιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ή για τα δύο τρίτα των εισφορών του υπαλλήλου, εφόσον εξακολουθεί να υπάγεται οικειοθελώς στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο οποίο ήταν ασφαλισμένος πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στις Κοινότητες ή σε περίπτωση οικειοθελούς υπαγωγής του σε εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης».
1.4 Από τον φάκελο προκύπτει ότι ο καταγγέλλων και η Επιτροπή συμφωνούν ότι ο καταγγέλλων εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος της Επιτροπής από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Ωστόσο, τα μέρη διαφωνούν σχετικά με το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο υπαγόταν ο καταγγέλλων, ως επικουρικός υπάλληλος, και σχετικά με τις καταβληθείσες εισφορές.
1.5 Από τα μόνα έγγραφα του φακέλου του καταγγέλλοντος που είναι ακόμη διαθέσιμα σήμερα, φαίνεται ότι η κατάσταση όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος είναι η ακόλουθη:
1.6 Τα πιστοποιητικά της 7ης Ιουλίου και της 8ης Αυγούστου 2002, που καταρτίστηκαν από τη ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής, πιστοποιούν ότι ο καταγγέλλων ήταν εγγεγραμμένος στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1966 και διέθετε προαιρετική ασφάλιση στο ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης από την 1η Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Ομοίως, η επιστολή της βελγικής εθνικής υπηρεσίας συντάξεων («ONP») προς τον καταγγέλλοντα, της 27ης Μαΐου 2002, αναφέρει ότι οι εισφορές καταβλήθηκαν μόνο για τα έτη 1965 και 1966 και ότι, ως εκ τούτου, τα έτη 1967 και 1968 δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης του καταγγέλλοντος.
1.7 Ωστόσο, στη γνώμη της για την παρούσα αιτίαση, η Επιτροπή παρέσχε διαφορετικά στοιχεία, ήτοι ότι κατέβαλε εισφορές στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1966, ήτοι τρεις μήνες λιγότερο από ό,τι αναφέρεται στα πιστοποιητικά της ΓΔ Προσωπικού και Διοίκησης και στο έγγραφο του βελγικού ONP. Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης σε χειρόγραφες παρατηρήσεις επί του φακέλου του καταγγέλλοντος, οι οποίες αναφέρουν την εγγραφή σε αλλοδαπό συνταξιοδοτικό σύστημα από την 1η Οκτωβρίου 1966 και μετά. Ωστόσο, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αφαίρεση των εισφορών από τον μισθό του καταγγέλλοντος ή την επιστροφή των δύο τρίτων των εισφορών του καταγγέλλοντος στο ελληνικό καθεστώς.
1.8 Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από τα θεσμικά όργανα να τηρούν επαρκή αρχεία. Στην περίπτωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, είναι σαφές ότι τα αρχεία αυτά πρέπει να τηρούνται αξιόπιστα για μεγάλες χρονικές περιόδους, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα άτομα μπορούν να απολαύουν των παροχών που έχουν αποκομίσει. Σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, η Επιτροπή –και όχι ο επικουρικός υπάλληλος- είναι υπεύθυνη για τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης του εργοδότη. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παραδέχθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι τα πρακτικά της δεν της επιτρέπουν να γνωρίζει με ποιον τρόπο ή αν εκπλήρωσε τις σχετικές αρμοδιότητές της.
1.9 Υπό αυτές τις συνθήκες, το προσωρινό συμπέρασμα του Διαμεσολαβητή είναι ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της έναντι του καταγγέλλοντος όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Η πρόταση για μια φιλική λύσηΗ φιλική λύση που πρότεινε ο Διαμεσολαβητής συνίστατο στη λήψη από την Επιτροπή των αναγκαίων μέτρων για να εξασφαλιστεί ότι ο καταγγέλλων θα λάβει τα κατάλληλα συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε σχέση με το πλήρες χρονικό διάστημα για το οποίο εργάστηκε για την Επιτροπή.
Η συμπληρωματική γνώμη της ΕπιτροπήςΔεδομένης της ουσιαστικής αδυναμίας της Επιτροπής να αποδείξει ότι ο καταγγέλλων είχε επιλέξει, κατά τη διάρκεια της σύμβασής του ως επικουρικού υπαλλήλου, τροποποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η Επιτροπή αποδέχεται την πρόταση του Διαμεσολαβητή για μια φιλική λύση.
Η Επιτροπή επικοινώνησε με τις βελγικές αρχές στις 10 Νοεμβρίου 2004 προκειμένου να τακτοποιήσει τις εισφορές στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για το σύνολο της περιόδου ισχύος της επικουρικής σύμβασης, δηλαδή από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Αντίγραφο του εγγράφου που επιβεβαιώνει την τακτοποίηση θα αποσταλεί απευθείας στον καταγγέλλοντα μόλις το παραλάβουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής.
Συμπληρωματικές παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΟ Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη συμπληρωματική γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή στις 28 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και εξέφρασε την εκτίμησή του για την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον καταγγέλλοντα για τη συγκεκριμένη παρακολούθηση και τακτοποίηση του θέματος. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή είχε διευθετήσει την υπόθεση ικανοποιητικά.
Η ΑΠΌΦΑΣΗ
1 Η προβαλλόμενη παράλειψη της Επιτροπής να καταβάλει συνταξιοδοτικές εισφορές για τα έτη 1967 και 19681.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εργάστηκε ως επικουρικός υπάλληλος (δηλαδή συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968), να αναγνωρίσει ότι ήταν υποχρεωμένη να τον ασφαλίσει στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
1.2 Η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εισφορές καταβλήθηκαν στη βελγική εθνική υπηρεσία κοινωνικής ασφαλίσεως (ONSS) για την περίοδο από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1966, αλλά ότι καμία εισφορά στο βελγικό σύστημα δεν καταβλήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, στις 23 Νοεμβρίου 1966, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση μεταφοράς μέρους της αμοιβής του (7000 BEF), αιτιολογώντας το αίτημά του με βάση «διάφορα έξοδα που προκύπτουν από την ιδιότητα του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών». Αυτό εξηγεί το χειρόγραφο σημείωμα «assurance volontaire Grèce» σχετικά με τον οικονομικό φάκελο του καταγγέλλοντος, καθώς και τη δήλωση προς το ONSS, 4ο εξάμηνο 1966, «assurance à l’étranger à partir du 1er octobre 1966». Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, δεδομένου ότι δεν διαθέτει πλέον τα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής του διαθέσιμου χρόνου, δεν είναι δυνατόν να αποδείξει ότι σταμάτησε να αφαιρεί προσωπική εισφορά από τον μισθό της καταγγέλλουσας. Η Επιτροπή δεν διαθέτει ούτε απόδειξη της επιστροφής, εκ μέρους των υπηρεσιών της, των δύο τρίτων της ελληνικής κάλυψης του καταγγέλλοντος.
1.3 Στις 29 Οκτωβρίου 2004, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για μια φιλική λύση στην Επιτροπή, η οποία συνίσταται στη λήψη από την Επιτροπή των αναγκαίων μέτρων για να εξασφαλιστεί ότι ο καταγγέλλων θα λάβει τα κατάλληλα συνταξιοδοτικά δικαιώματα για το πλήρες χρονικό διάστημα για το οποίο εργάστηκε για την Επιτροπή. Η Επιτροπή αποδέχθηκε την πρόταση για μια φιλική λύση και ήρθε σε επαφή με τις βελγικές αρχές στις 10 Νοεμβρίου 2004 προκειμένου να τακτοποιήσει τις εισφορές στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για ολόκληρη την περίοδο της επικουρικής σύμβασης του καταγγέλλοντος, δηλαδή από τις 13 Ιουλίου 1965 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1968. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι αντίγραφο του εγγράφου που επιβεβαιώνει την τακτοποίηση θα αποσταλεί απευθείας στον καταγγέλλοντα μόλις το λάβουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής.
1.4 Σε τηλεφωνική συνομιλία με το γραφείο του Διαμεσολαβητή στις 28 Ιανουαρίου 2005, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και εξέφρασε την εκτίμησή του για την παρέμβαση του Διαμεσολαβητή. Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον καταγγέλλοντα για τη συγκεκριμένη παρακολούθηση και τακτοποίηση του θέματος. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή είχε διευθετήσει την υπόθεση ικανοποιητικά.
2 ΣυμπέρασμαΚατόπιν πρωτοβουλίας της Διαμεσολαβήτριας, φαίνεται ότι η Επιτροπή και ο καταγγέλλων συμφώνησαν για μια φιλική λύση στην καταγγελία. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την υπόθεση.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Το δικό σου ειλικρινά,
Π. Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ
« Στο μέτρο του δυνατού, ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει λύση με το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό για την εξάλειψη της περίπτωσης κακοδιοίκησης και την ικανοποίηση της καταγγελίας».
- Export
- Short link
- Subscribe to the case
- Get notified by email when the case is updated
- Get notified by RSS when the case is updated
- Share this page onBlueskyLinkedinThreads